επανδρώνω

επανδρώνω
μετ. укомплектовывать (людьми);

επανδρώνω τό πλοίο — укомплектовывать экипаж судна


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "επανδρώνω" в других словарях:

  • επανδρώνω — επανδρώνω, επάνδρωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επανδρώνω — (Α ἐπανδρῶ, όω) [έπανδρος] νεοελλ. 1. τοποθετώ πλήρωμα σε αιχμαλωτισμένο πλοίο τού εχθρού 2. γεν. εφοδιάζω ένα πλοίο παροπλισμένο με πλήρωμα 3. (κατ* επέκτ.) τοποθετώ σε μια υπηρεσία το αναγκαίο για τη λειτουργία της προσωπικό αρχ. μεταβάλλω κάτι …   Dictionary of Greek

  • επανδρώνω — επάνδρωσα, επανδρώθηκα, επανδρωμένος, μτβ. 1. (ναυτ.), τοποθετώ επιτελείο και πλήρωμα σε εχθρικό πλοίο που αιχμαλωτίστηκε. 2. (ναυτ.), καταρτίζω το πλήρωμα σκάφους που πριν ήταν παροπλισμένο, το εφοδιάζω με πλήρωμα. 3. τοποθετώ σε υπηρεσία το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επάνδρωση — η [επανδρώνω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού επανδρώνω, η εγκατάσταση πληρώματος σε ένα σκάφος, ο εφοδιασμός του με πλήρωμα 2. (κατ επέκτ.) ο εφοδιασμός μιας υπηρεσίας με το αναγκαίο προσωπικό …   Dictionary of Greek

  • αντιπληρώ — ἀντιπληρῶ ( όω) (Α) 1. φρ. «ἀντιπληρῶ ναῡς» γεμίζω τα πλοία με άνδρες για να επιτεθώ εναντίον του εχθρού 2. γεμίζω το ποτήρι μου προς τιμήν κάποιου, πίνω στην υγειά του 3. επανδρώνω με νέα μέλη …   Dictionary of Greek

  • εκπληρώνω — και εκπληρώ ( όω) (AM ἐκπληρῶ, όω Μ και ἐκπληρώνω) 1. εκτελώ κάτι μέχρι τέλους, φέρω εις πέρας («εκπληρώνω την αποστολή μου, τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις, την εντολή που μού δόθηκε) 2. τηρώ («εκπληρώνω την υπόσχεσή μου», «ὑπόσχεσιν ή χάριν… …   Dictionary of Greek

  • ξαναφορτώνω — (Μ ξαναφορτώνω) φορτώνω ξανά μσν. επανδρώνω πλοία με στρατό, επιβιβάζω στα πλοία στρατό …   Dictionary of Greek

  • πληρώ — όω, ΝΜΑ, και πληρώνω Ν [πλήρης] νεοελλ. μτφ. φέρνω σε πέρας, εκπληρώνω, ανταποκρίνομαι («το νέο κτήριο πληροί όλους τους όρους υγιεινής») νεοελλ. αρχ. καθιστώ κάτι πλήρες, γεμίζω κάτι εντελώς με κάτι άλλο μσν. μεγαλώνω αρχ. 1. γεμίζω εντελώς με… …   Dictionary of Greek

  • προσπληρώ — όω, Α 1. συμπληρώνω ένα ποσό ή έναν αριθμό 2. (το μέσ. και το ενεργ.) (ιδίως σχετικά με πλοία) συγκροτώ τα πληρώματα και τά εξοπλίζω ακόμη πιο πολύ, εξαρτίζω και επανδρώνω περισσότερο. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + πληρῶ «γεμίζω»] …   Dictionary of Greek

  • στελεχώνω — στελεχῶ, όω, ΝΑ [στέλεχος] νεοελλ. επανδρώνω οργάνωση, οργανισμό ή επιχείρηση με τα απαραίτητα για τη λειτουργία τους στελέχη αρχ. 1. σχηματίζω στέλεχος 2. οδηγώ σε πλήρη ανάπτυξη («οὐρανομήκεις ἀρετάς στελεχοῡν», Φίλ.) 3. παθ. στελεχοῡμαι, όομαι …   Dictionary of Greek

  • συμπληρώνω — συμπληρῶ, όω, ΝΜΑ 1. καθιστώ πλήρες κάτι, προσθέτω ό,τι τού λείπει (α. «συμπληρώνω τα κενά» β. «ἕν τι τῶν συμπληρούντων τοῡτο», Πλωτίν. γ. «συμπεπληρωμένα πᾱσι τοῑς οἰκείοις μορίοις», Αριστοτ.) 2. ολοκληρώνω, αποτελειώνω («συμπληρώσας τὸν λόγον» …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»